61 χρόνια απο το μαρτυρικό θάνατο του Κυριάκου Μάτση.

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΠΟΦΟΙΤΩΝ ΑΠΘ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ ΣΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΤΟΥ ΚΥΠΡΙΟΥ ΗΡΩΑ

Ο Σύλλογος Αποφοίτων Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τιμά σήμερα, μαζί με τον κυπριακό και ελλαδικό ελληνισμό, τη μνήμη ενός απόφοιτου του Πανεπιστημίου και ήρωα του κυπριακού αγώνα, του Κυριάκου Μάτση.

Γεννήθηκε στο χωριό Παλαιχώρι, στις 23 Ιανουαρίου του 1926 και έπεσε ηρωϊκά αντιστεκόμενος, στο καταφύγιό του, στο Δίκωμο το οποίο περικύκλωσαν οι άγγλοι αποικιοκράτες, στις 19 Νοεμβρίου 1958. Προδόθηκε και δεν παραδόθηκε. 61 χρόνια από σήμερα.

Το σώμα του γενναίου Έλληνα της Κύπρου  κομματιαζόταν από τα θανατηφόρα θραύσματα των χειροβομβίδων που έρριξαν οι Αγγλοι στρατιώτες. Αλλά η ψυχή του έμεινε αθάνατη.

Ήταν έτοιμος για το θάνατο. Τον είχε προβλέψει στα γράμματά του, τον είχε αναλύσει στους φιλοσοφικούς στοχασμούς του, τον είχε με σιγουριά καταγράψει στο ημερολόγιό του, τον είχε τραγουδήσει: «Έκλεξε όσον ημπορής τον τρόπο του θανάτου σου, ένας ωραίος θάνατος είναι συνήθως η ευγενεστέρα πράξις της ζωής!» είχε γράψει.

Ήταν, μόλις 32 ετών αλλά έζησε τη ζωή του, όπως την ήθελε. Έντονα και με αγάπη προς την ελευθερία και την πατρίδα που αγαπούσε.

Εξήντα ένα χρόνια μετά ο ηρωϊκός θάνατος του Κυριάκου Μάτση ακόμη συγκινεί και παραδειγματίζει. Ιδιαίτερα, τώρα, που ο κυπριακός ελληνισμός περνά ακόμη μια βαθιά δυσκολία στον διαρκή αγώνα του να ζήσει ελεύθερος σε μια ενωμένη πατρίδα.

Εισήχθη στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης το 1946 και σπούδασε γεωπονία με την οποία ασχολήθηκε επιστρέφοντας στην Αμμόχωστο.

Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη Θεσσαλονίκη οργάνωνε διαλέξεις και ίδρυσε την Εθνική Φοιτητική Ένωση Κυπρίων η οποία και σήμερα, όπως κάθε χρόνο,  τον τιμά, μαζί με την επίσημη κυπριακή πολιτεία, στο σεμνό αυτό μνημόσυνο.

Όπως μου είπε, προσφάτως, ο αδελφός του Γιαννάκης Μάτσης σε μια συνέντευξη που μου παραχώρησε, κατά την παραμονή του στη Θεσσαλονίκη συναντιόταν με τον άλλο ήρωα της Κύπρου, τον Γρηγόρη Αυξεντίου ο οποίος υπηρετούσε στον Ελληνικό Στρατό.

Ήταν εδώ, στα μακεδονικά χώματα που οι δύο νέοι ανέπτυξαν τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες τους που αργότερα μετουσιώθηκαν στην συμμετοχή τους στην ΕΟΚΑ.

Σ’ αυτήν την πόλη ο Κυριάκος Μάτσης θα σπουδάζει, θα στοχάζεται, θα ερωτεύεται, θα γράφει, θα αναζητεί, θα συζητεί, θα εκδηλώνεται, θα κινητοποιείται και θα ανακινεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα το Κυπριακό πρόβλημα σαν θέμα σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αποκατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Φτάνει στη Θεσσαλονίκη στις 22 Οκτωβρίου 1946, αφού πρώτα πέρασε από την Αθήνα, για να προσκυνήσει και να δακρύσει στον ιερό βράχο της Ακρόπολης.

Εξι μέρες αργότερα, παρακολουθεί στη Θεσσαλονίκη την παρέλαση για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου και συγκινείται όταν βλέπει τους αναπήρους.

Εδώ στη Θεσσαλονίκη, απλώς προετοιμάζεται για τη θυσία της ζωής του σ’ ένα ιερό σκοπό. «Θα έρθει», γράφει «κάποτε η ώρα της δράσεως. Τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς θυσίες και η ελευθερία χωρίς αίμα».

Η ώρα ήρθε.

Στις 9 Ιανουαρίου 1956 ο Κυριάκος Μάτσης μεταφέρθηκε στο ανακριτήριο της Ομορφίτσας. Συνελήφθη μετά από προδοσία. Ένας πληροφοριοδότης των Βρετανών τον είχε καταδώσει μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της ηγεσίας της ΕΟΚΑ Αμμοχώστου.

Ο Γιαννάκης Μάτσης που είχε συλληφθεί και ο ίδιος την ίδια μέρα γράφει στο βιβλίο του «Μετά παρρησίας» ότι μέρα νύχτα άκουγε τις ατέλειωτες βασανιστικές ανακρίσεις των στελεχών της οργάνωσης και ιδιαίτερα του Κυριάκου. Δίπλα από το ανακριτήριο υπήρχε ένα δημοτικό σχολείο και τα παιδιά φώναζαν, παίζοντας,. Η ζωή συνεχιζόταν έξω. Μέσα, άλλοι νέοι βασανίζονταν για τον αγώνα τους.

Εκείνες τις ημέρες στα ανακριτήρια βρίσκονταν και άλλοι αγωνιστές που αποτελούσαν την ηγετική ομάδα της Αμμοχώστου.

Γνωρίζοντάς το ο Κυριάκος Μάτσης, καθώς έμπαινε στα ανακριτήρια άρχισε να λέει το τραγούδι «¨Ενας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά, φορτωμένος με χιλιάδες αναμνήσεις»… για να καταλάβουν οι συναγωνιστές του ότι ήταν και αυτός εκεί.

Οι Βρετανοί, τον υπέβαλαν σε φριχτά βασανιστήρια, ηλεκτροσόκ, τεχνιτούς πνιγμούς, υποχρεωτική αϋπνία καθόλη τη διάρκεια του 24ώρου.

Ο Κυριάκος Μάτσης ήταν ο μόνος από τους συλληφθέντες αγωνιστές, ο οποίος παραδέχθηκε θαρραλέα ενώπιον των ανακριτών του ότι ήταν στέλεχος της ΕΟΚΑ και, μάλιστα, υψηλόβαθμο, τονίζοντάς τους ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι συναγωνιστές του πάλευαν για την αυτοδιάθεση που τους είχαν υποσχεθεί ότι θα δινόταν μετά την ήττα του ναζισμού και του φασισμού.

Ο ίδιος ο κυβερνήτης Χάρτινγκ επισκέφθηκε τον Κυριάκο στα ανακριτήρια της Ορφίτσας. Του πρόσφερε ένα μυθικό ποσό για να παραδώσει τον αρχηγό και τους συναγωνιστές του.

Και η απάντηση του Κυριάκου είναι γνωστή και έχει μείνει στην ιστορία. «Ού περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα, αλλά περί αρετής».

Μετά την ανάκρισή του μεταφέρθηκε στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς. Ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης των κρατουμένων ο οποίος επικοινωνούσε με τον Αρχηγό με αλληγορικά μηνύματα.

«Ανυπομονώ πότε θα φθάσει ο καιρός να με αφήσουν ελεύθερο να σε συναντήσω» έγραφε ο Κυριάκος, δήθεν, στην κοπέλα του από την Κόρινθο αλλά στην ουσία κοπέλα ήταν ο Διγενής.

«Είμαι σίγουρη πως σύντομα θα σας αφήσουν ελεύθερους, ώστε να πραγματοποιήσουμε τη συνάντησή μας που τόσο πολύ επιθυμείς» απάντησε ο Γρίβας δίνοντας το σύνθημα της απόδρασης αγωνιστών. Ο ίδιος ο Κυριάκος απέδρασε τελευταίος.

Οι άγγλοι, με επιστολή τους, του έδωσαν συγχαρητήρια για την απόδραση αυτή αλλά τον προειδοποίησαν πως σύντομα θα αντιμετώπιζε τους κομμουνιστές και τους τουρκοκύπριους.

‘Επεισε, ακόμη και τους σκοτζέζους από τους φρουρούς για το δίκαιο του κυπριακού αγώνα.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1958, ο Κυριάκος Μάτσης, αναπολώντας τη γλυκιά ζεστασιά του πατρικού σπιτιού και την ίδια ώρα βιώνοντας ψυχή τε και σώματι το υπέρτατο προς την πατρίδα χρέος, έγραφε στους αγαπημένους γονείς του, από κάποιο υγρό και σκοτεινό κρησφύγετο στα βουνά της αγωνιζόμενης Κύπρου:

«Αν ο καλός Θεός μας επιφυλάσσει την λαμπράν τύχην να δώσωμεν την ζωήν μας για την πατρίδα, τότε η χαρά σας πρέπει να είναι απέραντη. Δεν ξέρω αν μπορεί να ονειρευτεί ένας άνθρωπος καλύτερη τύχη από αυτή. Και δεν μπορώ να σκεφθώ γονείς που να είναι πιο περήφανοι, παρά για τα παιδιά τους που έπεσαν για την πατρίδα».

Εντεκα μήνες μετά την επιστολή αυτή, στις 19 Νοεμβρίου 1958 θα έρθει το τέλος της σύντομης αλλά έντονης και με ιερό σκοπό ζωής του Κυριάκου Μάτση.

Τα πρώτα λόγια του πονεμένου πατέρα, μόλις άκουσε για το θάνατο του παιδιού του, ήταν:

«Εγώ και η γυναίκα μου είμαστε περήφανοι για τον ηρωικό θάνατο του αγαπημένου μας γιου, που αγωνίστηκε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του για την ελευθερία του μαρτυρικού νησιού μας. Εύχομαι οι θυσίες των παιδιών μας να φέρουν σύντομα καρπούς, την πολυπόθητη δηλαδή Ελευθερία».

Εξήντα ένα χρόνια από το μελαγχολικό φθινόπωρο του 58 και  σαράντα πέντε  από το καυτό καλοκαίρι του 74, μνημονεύουμε και τιμούμε ξανά τον Κυριάκο Μάτση και δεόμεθα όχι μόνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του αλλά και να βρίσκουμε  δύναμη να συνεχίσουμε έναν αδικαίωτο αγώνα.

Για την ανεξαρτησία και ελευθερία του κυπριακού ελληνισμού.

Ηταν ένας αληθινός Έλληνας, όπως μάθαμε τον Έλληνα από τα βιβλία της ιστορίας.

Γεννήθηκε, έζησε και έδρασε σε μια εποχή που τον περίμενε, όχι απλώς και μόνο για να την εκφράσει, αλλά περισσότερο για να την ξεπεράσει, ως προπομπός μιας νέας γενιάς και ως προάγγελος μιας νέας εποχής.

Αιωνία η μνήμη του.